Μια πολιτική πρόταση των ανακρινόμενων για την «υπόθεση Ταρνάκ»

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011


Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε την Παρασκευή 25/2 στη γαλλική εφημερίδα Le Monde. Οι συγγραφείς του είναι αγωνιστές που διώκονται εδώ και πάνω από δύο χρόνια για τη γνωστή «υπόθεση Ταρνάκ», στο πλαίσιο της μανιασμένης επίθεσης του γαλλικού κράτους ενάντια σε κάθε πιθανή και απίθανη κοιτίδα αντίστασης κι ελευθερίας. Μετά και τα γεγονότα της τελευταίας απεργιακής πορείας στην Αθήνα (νεότερη ενημέρωση εδώ), συν όλα όσα έχουν προηγηθεί (τις περίφημες στρατιωτικές ασκήσεις στο Κιλκίς, το κράτος έκτακτης ανάγκης των μίντια, τη Φέι Μάγερ, τα κηρύγματα περί «πάταξης της ανομίας», κλπ., κλπ.), το μήνυμα του κειμένου ακούγεται ακόμα πιο ηχηρά εδώ απ’ ό,τι εκεί…

«Άνοιξη των αραβικών λαών», «προελαύνουσα επανάσταση», «δημοκρατική μετάβαση», «τέλος της δικτατορίας». Οι μεγάλες μηχανές του λόγου ξαναέπιασαν δουλειά. Χρειάζονται όλες τους αν είναι να παρουσιαστεί η ανατροπή των φιλοδυτικών καθεστώτων του Μαγκρέμπ σαν νέες νίκες της Δύσης και σαν ανέλπιστος θρίαμβος των αξιών της.

Ο επαναστατικός πυρετός που έπιασε πρόσφατα και τους μετριοπαθέστερους αρθρογράφους πιστοποιεί αρχικά την έντονη αντίδραση ανοσίας στην οποία εξαναγκάζεται ο κυρίαρχος λόγος από το συμβάν. Η απάντησή τους είναι ένα βίαιο ξέσπασμα οριενταλισμού απέναντι στην ανάγκη να συσταθεί το συντομότερο δυνατόν, ανάμεσα σε μας και τους σημερινούς ξεσηκωμούς, μια στέρεα υγειονομική ζώνη. Θαυμάζουν αυτές τις «επαναστάσεις» προκειμένου να ξεφύγουν ευκολότερα από τις αυταπόδεικτες αλήθειες που μας τρίβουν αυτές στη μούρη, προκειμένου να διαλύσουν ευκολότερα την ταραχή που μας προκαλούν.

Πρέπει να ‘ναι πολύτιμες οι αυταπάτες που οφείλουν να διασώσουν, για να επιδίδονται παντού σε τέτοιες συνηγορίες της εξέγερσης, για να διακρίνουν τον παλμό της μη βίας σε ένα κίνημα που έκαψε το 60% των αστυνομικών τμημάτων της Αιγύπτου. Τι ωραία έκπληξη, ν’ ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι οι βασικοί πυλώνες της ενημέρωσης βρίσκονται στα χέρια των φίλων του λαού!

Μόνο που, να: αν οι εξεγερμένοι στην αντίπερα όχθη της Μεσογείου λένε: «Πριν, ήμασταν ζωντανοί νεκροί. Τώρα ξυπνήσαμε», αυτό σημαίνει αντιστρόφως ότι εμείς, που δεν εξεγειρόμαστε, είμαστε ζωντανοί νεκροί, κοιμόμαστε. Αν λένε: «Πριν, ζούσαμε σαν ζώα, ζούσαμε μέσα στον φόβο. Τώρα, ξαναβρήκαμε την πίστη στον εαυτό μας, στη δύναμή μας, στην ευφυΐα μας», αυτό σημαίνει ότι εμείς ζούμε σαν ζώα, εμείς που κυβερνιόμαστε τόσο εμφανώς από τους φόβους μας.

Αυτοί που εικονίζουν σήμερα με τα πιο μελανά χρώματα την ανελέητη δικτατορία του φρικαλέου Μπεν Αλί, δεν είναι μήπως εκείνοι που την έβρισκαν χθες ακόμα τόσο συμπαθή; Είναι λογικό λοιπόν να λένε και σήμερα ψέματα, όπως έλεγαν και χθες. Εδώ άλλωστε βρίσκεται το λάθος της Μισέλ Αγιό-Μαρί [υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας]: στο ότι αποκάλυψε με μερικές μόνο φράσεις στη Βουλή ότι, πίσω από τόσα και τόσα σχολικά λογύδρια για τη διαφορά ανάμεσα στις δικτατορίες τους και τις δημοκρατίες μας, κρύβεται η αστυνομική συνέχεια των καθεστώτων. Και σε αυτή, οι δημοκρατίες μας είναι σίγουρα πιο έμπειρες και λιγότερο χοντροκομμένες από τις δικτατορίες τους.

Μπορεί κανείς να μιλά χωρίς τελειωμό για τη βαναυσότητα της καταστολής υπό το καθεστώς του Μπεν Αλί. Γεγονός όμως παραμένει ότι τα αντιεξεγερτικά δόγματα – η τέχνη της συντριβής των ξεσηκωμών – είναι πλέον το επίσημο δόγμα των δυτικών στρατών, είτε εφαρμόζεται στα προάστια είτε στο κέντρο των πόλεων, στο Αφγανιστάν ή στην πλατεία Μπελκούρ της Λυών. Το εβδομαδιαίο δελτίο των μικροψεμάτων και των θλιβερών ραδιουργιών της κ. Αγιό-Μαρί δεν μπορεί να συγκαλύψει το αληθινό σκάνδαλο: ότι αντιμετώπισε μια κατάσταση επανάστασης ως «κατάσταση ασφαλείας». Αν δεν ήμασταν τόσο απασχολημένοι δοξολογώντας τις εξεγέρσεις του Μαγκρέμπ, ίσως να μην ξεχνούσαμε ότι ο Μπεν Αλί, τέσσερις ημέρες πριν εξαφανιστεί στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, είχε αποκαλέσει τις ταραχές στην πόλη Σίντι Μπουζίντ «ασυγχώρητες πράξεις τρομοκρατίας, έργο κουκουλοφόρων αλητών». Ή ότι ο διάδοχός του πίστεψε ότι θα κατευνάσει την οργή του λαού αναγγέλλοντας ως πρώτο μέτρο την κατάργηση «όλων των αντιδημοκρατικών νόμων», ξεκινώντας από τους αντιτρομοκρατικούς νόμους. 

Αν αρνούμαστε να θεωρήσουμε θαυμαστή σύμπτωση την αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησε από τη θυσία του Μοχάμεντ Μπουαζίζι στη φυγή του Μπεν Αλί, είναι γιατί, αντιστρόφως, αρνούμαστε να θεωρήσουμε φυσιολογική την καταπνιγμένη αδιαφορία που συνάντησε παντού, εδώ και τόσα χρόνια, ο διωγμός τόσων αντιφρονούντων. Αυτό που ζούμε, εμείς και μια ορισμένη πολιτικοποιημένη νεολαία, εδώ και τρία χρόνια, σίγουρα βαρύνει κάπως. Τα τρία τελευταία χρόνια στη Γαλλία, περισσότεροι από είκοσι σύντροφοι όλων των πολιτικών τάσεων πέρασαν από τη φυλακή, στις περισσότερες περιπτώσεις με πρόσχημα την αντιτρομοκρατία και δι’ ασήμαντον αφορμή – κατοχή καπνογόνων, τοποθέτηση κόλλας σε μηχανήματα ακύρωσης εισιτηρίων, αποτυχημένη απόπειρα εμπρησμού οχήματος, αφισοκόλληση ή …κλωτσιά.

Τον Γενάρη, φθάσαμε στο σημείο η μαγεία της επίκλησης του φακέλου των «αναρχοαυτόνομων» να οδηγήσει μια νέα γυναίκα στη φυλακή – για ένα γκράφιτι. Αυτά συμβαίνουν στη Γαλλία, όχι στη Ρωσία, όχι στη Σαουδική Αραβία, όχι στην Κίνα.

Κάθε μήνα πλέον, μαθαίνουμε ότι άλλος ένας σύντροφος συνελήφθη στη μέση του δρόμου, ότι ο τάδε φίλος κλήθηκε, μετά από πολλούς άλλους, να γίνει πληροφοριοδότης, με αντάλλαγμα ασυλία ή μισθό ή τη διατήρηση της θέσης του ως καθηγητή, και η κατάσταση αυτή επηρεάζει με τη σειρά της την παράλληλη διάσταση όπου ζούμε πλέον, με τα μικροσκοπικά κελιά της, τους γεμάτους απωθημένα, κακοπιστία και μνησικακία μικροδικαστές της, τις αϋπνίες της, τις απαγορεύσεις επικοινωνίας, τους μπάτσους που έγιναν φίλοι σας για να σας κατασκοπεύουν. Και την απάθεια που σας καταβάλλει, την απάθεια εκείνων που ζουν «φυσιολογικά» κι εκπλήσσονται, την οργανωμένη απάθεια.  

Γιατί πρόκειται για πανευρωπαϊκή πολιτική. Το αποδεικνύουν οι τελευταίες επιδρομές κατά αναρχικών στην Ελλάδα. Κανένα καθεστώς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τον θραύστη της ποινικοποίησης όταν θέλει να ξεμπερδέψει με ό,τι του αντιστέκεται. Η ενοχή είναι ένα πράγμα που παράγεται. Ως τέτοιο, είναι υπόθεση επένδυσης: χρηματικής, προσωπικής. Αν είστε έτοιμοι να επιστρατεύσετε μέσα πέραν των συνηθισμένων, μπορείτε άνετα να μεταμορφώσετε μια σειρά ψευδοαναφορών, ψευδομαρτυριών και ασφαλίτικων τεχνασμάτων σε αξιόπιστο κατηγορητήριο.

Στη λεγόμενη «υπόθεση Ταρνάκ», η πρόσφατη αναπαράσταση της νύχτας των σαμποτάζ, την οποία για τόσο καιρό ζητούσε η υπεράσπιση, αποτέλεσε το καλύτερο σχετικό παράδειγμα. Ήταν μια από αυτές τις στιγμές αποθέωσης όπου εκδηλώνεται με πάταγο, ως τις έσχατες λεπτομέρειες, ο χαρακτήρας δολοπλοκίας κάθε δικονομικής αλήθειας. Εκείνη την ημέρα, ο δικαστής Φραγκολί κατάφερε να συσκοτίσει τεχνηέντως καθετί που αποδεικνύει την αδυνατότητα της εκδοχής της αστυνομίας. Αίφνης τυφλωνόταν όταν η πεισματάρικη πραγματικότητα διέψευδε τη θέση του. Κατάφερε μάλιστα να γλιτώσει τους συντάκτες της ψευδούς αναφοράς παρακολούθησης, απαλλάσσοντας τους από την υποχρέωση να είναι παρόντες στην αναπαράσταση. Και ήταν όντως περιττό, αφού όλος αυτός ο μικρόκοσμος είχε ήδη μεταφερθεί εκεί, μια εβδομάδα νωρίτερα, κατ’ ιδίαν και διακριτικά.

Για να πούμε την αλήθεια, το ότι χρειάστηκε να «στηθεί» η αναπαράσταση αρκεί για να δείξει ότι και η ίδια η αναφορά ήταν «στημένη». Σίγουρα αυτό έπρεπε να παραμείνει κρυφό, και γι’ αυτό η ζώνη περιστοιχίστηκε από τοίχους αστυφυλάκων, υποστηριζόμενων από κυνόφιλες διμοιρίες, από ελικόπτερα και από δεκάδες ζώα της Αντιτρομοκρατικής. 

Μέχρι σήμερα, η μεταμόρφωση των φαντασιώσεων των μπάτσων σε κακοφτιαγμένη ανάκριση έχει κοστίσει κάποια εκατομμύρια ευρώ. Μικρή σημασία έχει, στο τέλος, σε ποιον θα καταλογιστούν οι πράξεις που υπήρξαν το πρόσχημα για τη σύλληψή μας. Όσο για μας, ήδη λυπόμαστε το δικαστήριο που θα πρέπει να βαφτίσει «τρομοκρατία» το κρέμασμα μερικών αθώων γάντζων, τώρα που το μπλοκάρισμα των συγκοινωνιών έχει γίνει το στοιχειώδες μέσο δράσης ενός μαζικού κινήματος ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων.

Η τρεμάμενη σιωπή των ευρωπαίων κυβερνώντων για τα γεγονότα της Τυνησίας και της Αιγύπτου είναι αρκούντως αποκαλυπτική της αγωνίας που τους μαστίζει. Τόσο ευάλωτη λοιπόν είναι η εξουσία. Απογειώνεται ένα αεροπλάνο, κι ένα ολόκληρο οικοδόμημα κακοδιοίκησης γίνεται θρύψαλα την ίδια στιγμή. Οι πύλες των φυλακών ανοίγουν. Η αστυνομία εξαφανίζεται. Τιμάται ό,τι χλευαζόταν μέχρι χθες ακόμα, και ό,τι περιβαλλόταν με όλες τις τιμές δέχεται τώρα κάθε είδους σαρκασμούς. Κάθε εξουσία εδράζεται σε αυτό το βάραθρο. Αυτό που σε εμάς φαίνεται παρανοϊκή μέριμνα ασφαλείας δεν είναι παρά αστυνομικός πραγματισμός, λελογισμένη αντιτρομοκρατία. 

Από τη σκοπιά των αστυνομικών διευθυντών, η δημόσια τάξη δεν θα κλονιζόταν ποτέ, και ο Μπεν Αλί θα ήταν ακόμα ήσυχα-ήσυχα πρόεδρος, αν μόνο είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν έγκαιρα έναν κάποιον Μοχάμεντ Μπουαζίζι. 

Στα προάστια, όπως και στα κινήματα εξέγερσης, είναι φανερό ότι έχει αρχίσει το κυνήγι των Μπουαζίζι, των συναίτιων δυνητικών εξεγέρσεων – και πρόκειται για κούρσα ενάντια στο χρόνο. Γιατί, από τον Μπεν Αλί ως τον Σαρκοζί, όποιος κυβερνά με τον φόβο εκτίθεται στην οργή.

Κύριε πρόεδρε, υπάρχουν ράντσα για πούλημα στο Τέξας, και το αεροπλάνο σας σάς περιμένει στη βάση του Βιλακουμπλέ.

* Η Άρια, ο Μπενζαμέν, ο Μπερτράν, ο Κριστόφ, η Έλσα, η Γκαμπριέλ, ο Ζυλιάν, η Μανόν, ο Ματιέ και η Γιλντούν είναι τα δέκα πρόσωπα που ανακρίνονται για τη λεγόμενη «υπόθεση Ταρνάκ».

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP